Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Παραμύθια για την τέλεια καρδιά και την αγάπη

Διδάσκοντας την αγάπη στα παιδιά μας, ας φτιάξουμε δυο καρδιές και ας προσπαθήσουμε να δραματοποιήσουμε το παρακάτω παραμύθι.
Τι είναι αυτό που μπορεί να μας αλλάξει;
 Τι μπορεί να γλυκάνει την πικρή ζωή μας;
Ο Α. Ρότσεστερ μας λέει πώς είναι η αγάπη. Λέει χαρακτηριστικά: «Αγάπη είναι μια σταγόνα από τον ουρανό, που ρίχνει ο Θεός στο ποτήρι της ζωής για να μειώσει την πίκρα της».
Πολύ ποιητικά είπε κάποιος: «Ρώτησα ένα λουλούδι, ένα πουλί και έναν άνθρωπο τι είναι η αγάπη. Και το λουλούδι άνθισε, το πουλί κελάηδησε και ο άνθρωπος δάκρυσε». Ο Ν. Καζαντζάκης αναρωτιέται τι είναι η αγάπη για να δώσει μετά τον ορισμό της: «Τι είναι η αγάπη; Δεν είναι συμπόνια, μήτε καλοσύνη. Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένας. Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ κι εσύ αφανίζονται. Αγαπώ θα πει: Χάνομαι…» Για να συμπληρώσει ένας άλλος στοχαστής, ο Πάουλο Κοέλο: «Είναι ανώφελο να μιλάς γι’ αγάπη, γιατί η αγάπη έχει τη δική της γλώσσα και μιλάει από μόνη της». Ο Σούφι Ανσαρί είπε: «Αν μπορείς να περπατάς πάνω στο νερό, δεν είσαι πιο επιδέξιος από ένα άχυρο. Αν μπορείς να πετάς στον αέρα, δεν είσαι πιο επιδέξιος από μια μύγα. Κατάκτησε την καρδιά σου, και τότε θα γίνεις κάποιος».
Ας διαβάσουμε το παραμύθι της τέλειας καρδιάς:
«Στην πλατεία μιας μακρινής πόλης είχε σταθεί ένας νεαρός και υπερηφανευόταν ότι είχε τον ομορφότερη καρδιά. Οι περαστικοί θαύμαζαν την καρδιά του που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε ένα σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Και όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιο όμορφη καρδιά που είχαν δει ποτέ τους. Ο νεαρός κορδωνόταν και χαιρόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά.
Ξάφνου ένας γέρος ζύγωσε το νεαρό μας και είπε:
-Όμως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς.
Ο κόσμος αλλά και το παλικάρι κοίταξαν την καρδιά του γέρου. Χτυπούσε δυνατά, ήταν όμως γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθειά χάσματα , απ’ όπου έλλειπαν και ολόκληρα κομμάτια. Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλον. Πώς ήταν δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του ήταν η ωραιότερη, σκέφτονταν. Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε.
-Πλάκα μας κάνεις; Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δικιά σου και στη δικιά μου καρδιά. Η δικιά μου είναι τέλεια, ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα.
Ο γέροντας του απάντησε:
-Μάλιστα…, η δικιά σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θα άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε! Κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου. Κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιράστηκα. Μερικές άλλες φορές, έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου κι ο άλλος δε μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του… Αυτά είναι τα άδεια χάσματα.. Ξέρεις…το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει κάποιο ρίσκο. Παρόλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά ..και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω για αυτούς τους ανθρώπους. Κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν πάλι κοντά μου και θα γεμίσουν τους άδειους χώρους που περιμένουν…Βλέπεις λοιπόν τι θα πει πραγματική ομορφιά;
Ο νεαρός στάθηκε σιωπηλός. Με δάκρυα να τρέχουν αργά στα μάγουλά του, προχώρησε προς τον γέροντα, άπλωσε το χέρι του μέσα στην όμορφη νεανική καρδούλα του και έκοψε ένα κομμάτι της. Το πρόσφερε στο γέροντα με χέρια που έτρεμαν…
Ο γέροντας άπλωσε τα χέρια του και πήρε αυτή την προσφορά…την έβαλε στην καρδιά του, και μετά πήρε ένα κομμάτι της δικής του ταλαιπωρημένης καρδιάς και το έβαλε πάνω στην πληγή της καρδιάς του νεαρού. Έτσι έμειναν και στη καρδιά του νέου κάποιες αγκαθωτές άκρες. Αμέσως ο νεαρός κοίταξε την καρδούλα του που δεν ήτανε πια τέλεια. Ήταν όμως ομορφότερη από οποιαδήποτε άλλη αφού όλη η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα από την δική του καρδιά…»
Επειδή κατά τον Σέλλευ: «Η αγάπη φωτίζει με τη λάμψη του παραμυθιού την καθημερινότητα», θα κλείσουμε με ένα ακόμη παραμύθι:
«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα νησί και εκεί ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Η Χαρά, η Λύπη, η Γνώση και όλα τα υπόλοιπα χωρίς φυσικά να λείπει η Αγάπη. Μία μέρα σαν όλες τις υπόλοιπες ανακοινώθηκε στα συναισθήματα ότι το νησί θα βούλιαζε και έτσι το ένα μετά το άλλο κατασκεύασαν πλοία και έφυγαν. Όλα, εκτός απ’ την Αγάπη. Η Αγάπη ήταν η μοναδική που έμεινε. Θέλησε να περιμένει, να περιμένει μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί είχε σχεδόν βουλιάξει ολόκληρο η αγάπη αποφάσισε ότι ήταν ώρα να ζητήσει βοήθεια. Εκείνη την ώρα είδε τον Πλούτο να την προσπερνά πάνω σε ένα μεγάλο πλοίο. Έτσι η Αγάπη είπε: «Πλούτε μπορείς να με πάρεις μαζί σου;» Και ο Πλούτος απάντησε: «Όχι δεν μπορώ. Το χρυσάφι και το ασήμι που έχω μαζί μου καταλαμβάνει όλο το πλοίο και δεν υπάρχει καθόλου χώρος για σένα.» Η Αγάπη αποφάσισε να ρωτήσει τη Ματαιοδοξία που έκανε την εμφάνισή της μέσα σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Ματαιοδοξία βοήθα με σε ικετεύω!» «Μα Αγάπη είσαι μούσκεμα! Πώς να σε βάλω στο πλοίο μου, θα το καταστρέψεις!» απάντησε η ματαιοδοξία. Η Λύπη ήταν επίσης εκεί κοντά και έτσι η Αγάπη της είπε: «Λύπη, άσε με να ‘ρθω μαζί σου.» «Ώ αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που έχω ανάγκη να μείνω μόνη μου.» Η Χαρά πέρασε δίπλα απ’ την Αγάπη αλλά ήταν τόσο χαρούμενη που δεν μπόρεσε κάν να ακούσει που της φώναζε. Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή! «Έλα Αγάπη, έλα μαζί μου.». Γυρίζοντας η αγάπη είδε έναν γέροντα. Η Αγάπη μέσα στη χαρά και την μεγάλη της τύχη ξέχασε να ρωτήσει το γέροντα που πήγαιναν. Όταν επιτέλους βρήκαν στεριά, η γέροντας άφησε την Αγάπη και συνέχισε το δρόμο του. Η Αγάπη κατάλαβε πόσα χρωστούσε στον καλό γέροντα και έτσι ρώτησε τη Γνώση, με τα κάτασπρα μαλλιά: «Ποιός με βοήθησε;» «Ήταν ο Χρόνος.» απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Μα γιατί με βοήθησε;» Και η Γνώση χαμογέλασε σοφά και αποκρίθηκε: «Γιατί μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει την αξία της Αγάπης.»